στρατόπεδον


στρατόπεδον
τὸ στρατόπεδον 1. воинский лагерь; 2. войско (στρατός + πέδον ср. πεδίον)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "στρατόπεδον" в других словарях:

  • στρατόπεδον — camp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατοπέδω — στρατόπεδον camp neut nom/voc/acc dual στρατόπεδον camp neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατοπέδοιν — στρατόπεδον camp neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατοπέδοις — στρατόπεδον camp neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατοπέδοισι — στρατόπεδον camp neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατοπέδου — στρατόπεδον camp neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατοπέδων — στρατόπεδον camp neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατοπέδῳ — στρατόπεδον camp neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στρατόπεδα — στρατόπεδον camp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • вои — ВО|И (437), ˫А с. 1.Воин: похвалимъ добра кънѩзѩ бориса и глѣба. ˫ако отьчею любъвию даръ въсприимъша. а коликы во˫а землѩ роусьскы˫а. въ роукоу дьржаща. Стих 1156 1163, 107; си слышавъше вои разидошасѩ ѡ(т) него. а самъ оста тъкъмо съ отрокы… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • λαμβάνω — και λαβαίνω (AM λαμβάνω, Α και λαββάνω, Μ και λαβάνω και λαβαίνω) 1. παίρνω κάτι στα χέρια μου ή πιάνω κάτι με τα χέρια μου και τό κρατώ (α. «λήψῃ δὲ μοσχάριον ἐκ βοῶν ἕν... καὶ ἄρτους ἀζύμους πεφυραμένους ἐν ἐλαίω», ΠΔ β. «χείρεσσι λαβὼν… …   Dictionary of Greek